Μετεγχειρητικές Οδηγίες


1.    Βάδιση με περιπατητήρα ή βακτηρίες


2.    Χρήση ανυψωτικού λεκάνης


3.    Αντιπηκτική αγωγή


4.    Επανέλεγχος σε 2 εβδομάδες


5.    Φυσικοθεραπείες

Οστεοαρθρίτιδα ισχίου

Είναι μία πάθηση που προσβάλει τις αρθρικές επιφάνειες του ισχίου και έχει σαν συνέπεια την φθορά και αλλοίωση του χόνδρου και του οστού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση πόνου και δυσχέρειας στις κινήσεις και την βάδιση.

Η πρωτοπαθής οστεοαρθρίτιδα εμφανίζεται συνήθως μετά την ηλικία των 50 ετών και προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η έντονη σωματική εργασία ή άσκηση, το αυξημένο σωματικό βάρος ενώ υπάρχει και κάποια γενετική προδιάθεση. Η δευτεροπαθής οστεοαρθρίτιδα εμφανίζεται μετά από κάποιον τραυματισμό ή ως ακόλουθο κάποιας άλλης πάθησης όπως δυσπλασίες, φλεγμονώδεις παθήσεις κλπ.

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με απλή ακτινογραφία ή οποία συνήθως επιβεβαιώνει την κλινική εξέταση. Η αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει την χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών, αποφόρτιση της άρθρωσης, φυσικοθεραπείες και ενδυνάμωση. Σε περιπτώσεις βαριάς οστεοαρθρίτιδας που οδηγεί σε έντονο πόνο και περιορισμό της λειτουργικότητας της άρθρωσης η αντιμετώπιση πρέπει να είναι χειρουργική.


Η χειρουργική αποκατάσταση περιλαμβάνει την αντικατάσταση της οστεοαρθριτικής άρθρωσης από μία άλλη τεχνητή. Διαμορφώνεται η κοτύλη, αφαιρείται η κεφαλή μαζί με τον αυχένα του μηριαίου και αντικαθίστανται με ειδικά εμφυτεύματα που αποκαθιστούν την φυσιολογική λειτουργεία της άρθρωσης. Η αρθροπλαστική επιφανείας περιλαμβάνει την αντικατάσταση μόνο των κατεστραμμένων επιφανειών της κοτύλης και του μηριαίου και μπορεί να εφαρμοστεί σε ασθενείς κάτω των 65 ετών υπό προϋποθέσεις.

Η ελάχιστα επεμβατική αρθροπλαστική ισχίου με την μέθοδο AMIS (Anterior Minimal Invasive Surgery) αποτελεί μία εξέλιξη στον τομέα αυτό με πολλά πλεονεκτήματα. Η ουσιατική διαφορά της μεθόδου αυτής είναι ο τρόπος προσπέλασης στο ισχίο που δεν προκαλεί ουσιαστικά τραυματισμούς μυών, αγγείων και νεύρων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο, γρηγορότερη αποκατάσταση και μειωμένες ανάγκες μετάγγισης. Επίσης χάρη στην καλύτερη διατήρηση της φυσιολογικής ανατομίας μειώνεται ο κίνδυνος εξαρθρημάτων και μετεγχειρητικών επιπλοκών.